Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2018


ΜΕΡΕΣ  ΓΙΑ  ΛΟΥΚΟΥΜΙ  ΚΑΙ  ΓΕΛΙΟ


     Είχαμε κανονίσει μάζωξη το απόγευμα στο στρατηγείο, το πλατάνι της ποτίστρας με τη μεγάλη κουφάλα, όπως συνέβαινε σε κάθε θρησκευτική εορτή κι εθνική τελετή ή για οργάνωση ειδικών αποστολών(πλιάτσικο). Κείνη την ώρα ο κορμός από το θηριώδες δένδρο έπαιρνε μια άλλη μορφή και απλωνόταν γύρω του μια ηρεμία και μια ημεράδα που θα επιθυμούσε κανείς «ν’ ακούει με τα μάτια του και να βλέπει με τ’ αυτιά του» τα παιχνιδίσματα του φωτός και του ήχου.
     Εμείς, βέβαια, παιδιά της δεκαετίας του ’60, είχαμε άλλα να σκεφτούμε και να πράξουμε. Είχε περάσει  η Προφωνή, η Κρεατινή,  έφτασε η Τυρινή και εμείς δεν είχαμε αποφασίσει τι να ντυθούμε (μασκαρευτούμε) και πόσα άτομα θα είχε η παρέα μας.         
    Μπήκαμε στην κουφάλα του πλάτανου. Ανάψαμε φωτιά με σπίρτα που πήραμε από το ξωκλήσι του Αϊ Γιάννη κάνοντας το σταυρό μας κι υποσχόμενοι στον Άγιο ότι κάποια στιγμή θα τα επιστρέψουμε. Αρχίσαμε τη κουβέντα, κάνοντας τζούρες από γόπες τσιγάρων Ρήγας, που με τόση υπομονή και επιμονή είχε μαζέψει ο Κωτσάβας, ακολουθώντας διακριτικά για τρία απογεύματα το γιατρό του χωριού μας στη γνωστή απογευματινή του τσάρκα. Ψάχναμε να ντυθούμε φέτος κάτι διαφορετικό από χωροφύλακας-πλατσιοκολόγος, αρκούδα–αρκουδιάρης, γαμπρός-νύφη κι  αράπης. 
    Μάταια όμως αναζητούσαμε άλλες λύσεις, γιατί οι στολές αυτές ήταν σε πρώτη ζήτηση και παραδοτέες αυθημερόν. Όλοι σχεδόν στο σόι μας είχαμε ένα χωροφύλακα (άς είν’ καλά η Καλαντζής), όσο για κουρελιασμένα ρούχα ο Αλωνότοπος (εκεί καταλήγει η ρεματιά του Ραμαντάνη που διασχίζει το χωριό μας) είχε μεγάλη ποικιλία. Μέχρι και τη μασέλα του… συγχωρεμένου βρήκαμε! Η επιλογή της μάσκας ή της στολής δεν εξέφραζε χαρακτήρα ή άλλα κομμάτια του υποσυνειδήτου, σύμφωνα με  τις αρχές της ψυχανάλυσης, αλλά ήταν λύση ανάγκης προκειμένου να πάρουμε το λουκούμι της επίσκεψης που ανέβαζε το σάκχαρο σε φυσιολογικές τιμές. 

-      Άμα θέλετε να γκισιρίσουμε  ούλο το χωριό  χωρίς  περιπέτειες κι εκπλήξεις να πάμε του Σαββάτου τς επισκέψεις. Τ’ν Κυριακή αποκρεύ’ ου κόσμους με κόκουτα κουκκινιστό κι κρασί μπρούσκο και δε θα θέλ’ χασουμέρια,  είπε ο Ζανιάς και  συμφωνήσαμε όλοι μαζί του.

     Αποφασίσαμε, λοιπόν, το Σαββατόβραδο να πάμε τις επισκέψεις,  γιατί την Κυριακή το βράδυ δε θα μας δέχονταν και με μεγάλη ευχαρίστηση. Δε μπορούσαμε να ξεχάσουμε πως την προηγούμενη χρονιά όταν κάναμε επίσκεψη κάπως αργά την Κυριακή το βράδυ, υποδέχτηκαν το Ζβίγγο με ένα ντενεκέ στάχτη στο κεφάλι του….. 

-   Ρε σεις  να πάμι σε λίγα σπίτια  και καλά, γιατί να ξεποδαριαστούμε σ΄ ούλο  το χωριό, είπε ο Γατοπνίχτης.

-   Ουόχι,  φωνάξαμε όλοι μαζί, αυτό δε γίνεται, θα μας παρεξηγήσ’νε.                  
-   Καλά, πάμι , αλλά προσέξτι κείνα τα ξεροκύδωνα, που θα σας δώσ’νε, να μην τα φάτε στου σκοτάδ’, γιατί θ’ αρτυθείτε ……… είπε γελώντας ο Γατοπνίχτης.

-      Ρε  παλιο–Γατοπνίχτ΄, μας κάν’ς κι μαθήματα μαγειρικής, εσύ που τγάν’σις τς μουρμουρίτσες (προνυμφική μορφή βατράχων) για ψάρια κι έκανες κουντοσούφλ’ τα καρακαξόπ’λα, είπε ο Αμερικάνος Τομ  και τράβηξε μια βαθιά τζούρα από την τελευταία γόπα τσιγάρου που μας είχε απομείνει με ύφος βγαλμένο από τον ασπρόμαυρο ελληνικό κινηματογράφο ....

    Με τα πολλά και με τα λίγα πέρασε η ώρα και βράδιασε για τα καλά. Το βράδυ να σε βρει στον πλάτανο δε ήταν και ότι το καλύτερο. Πολλά είχαμε ακούσει ότι συνέβαιναν και  συμβαίνουν τα βράδια γύρω από τον πλάτανο.

-      Ρε σείς, κατ΄σκούζ’. Δεν ακούτι;  Λες να ’ναι  κείνου του  κτάβι π’ ανεβαίν’ στου σβέρκου κι δαγκών’ τ΄αυτιά;

     Πριν ολοκληρώσει την κουβέντα του ο Πεπίτο……, άλλος για Παλιομάνα τράβηξε, άλλος για Χωματαριές κι άλλος για Ραμαντάνη. Τα ξωτικά δεν τα γνωρίζαμε βέβαια  από τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών του Τόλκιν, αλλά απ’ το στόμα ενός καλού παραμυθά, στη παραστιά του τζακιού, κάποιο χειμωνιάτικο βράδυ που είχε έρθει για νυχτέρι (νυχτερινή επίσκεψη – κουβέντα). Οι εικόνες των ξωτικών γίνονταν αυτοματοποιημένοι τρόποι σκέψης και δημιουργούσαν αρκετές φορές εμπόδια που μας κρατούσαν παγιδευμένους σε καταστάσεις ανησυχίας, φόβου και δυσφορίας.
     Τελικά, το Σάββατο της Τυρινής, το σούρουπο μας βρήκε να ξεκινάμε τις επισκέψεις στα  σπίτια  από τη  βόρεια πλευρά του χωριού, το Πηγάδι.                                                                                                                                                                    

-   Αρηή, ήρθαν μασκαράδες, σήκου γέρουντα να μη χωθούν μες στο σπίτ’.

-   Μη φουβάσι γριά, άμα θελ’ ας κοπιάσ’νε. Σαν  πάρου το κοντουμάτσ’κο  θα πουν το δεσπότ΄  Παναγιώτ’.

-  Ρε γριά, στέκα να ιδώ. Βρε,  τούτα είν’ χαϊβάνια! Πάρε τα λουκούμια απ’ τη μπουλίτσα (ανοιχτό ντουλάπι σε εσοχή του λιθόκτιστου τοίχου όπου η νοικοκυρές έβαζαν μικροπράγματα, καφόμπρικα, φλυτζάνια, σπιρτόκουτα) κι κέρνα τα.
                                   
     Η Γιώργαινα, με το γνωστό χαμογελαστό πρόσωπο, ακολουθούμενη από το μικρό εγγονάκι της, το οποίο είχε πιάσει το υπονοούμενο κι οι σιελογόνοι αδένες του είχαν ενεργοποιηθεί, δεν κατευθύνθηκε προς τη μπουλίτσα να πάρει τα λουκούμια, γιατί  σε καμιά περίπτωση δεν τα τοποθετούσαν οι νοικοκυρές σε εμφανές σημείο. Με μια γρήγορη κίνηση ξεκλείδωσε την κασέλα, πήρε τα λουκούμια και μας τράταρε όλους  στο μπαλκόνι του σπιτιού.

-  Ρε ζαγάρια,  με τη σειρά, με τη σειρά κι μη χοροπ’δάτε σα μαϊμούλια. Θα σπάσ’τι  καμιά τάβλα απ’ του μπαλκόν’ κι θα βρεθείτε κάτ’ απ’ αυτό αγκαλιασμένοι…, είπε ο μπάρμπα – Γιώργος και με μια απότομη κίνηση, άρπαξε κι αυτός  ένα λουκούμι από το δίσκο  κοιτάζοντας  με ενοχοποιημένο βλέμμα τη Γιώργαινα…
     Προχωρούσαμε από σπίτι σε σπίτι με απώτερο σκοπό να επισκεφτούμε όλο το χωριό. Ήταν ευκαιρία  να μαζέψουμε όσο το δυνατό περισσότερα φιλέματα και κυρίως λουκούμια, χρήσιμα για τη Σαρακοστή. Τα φιλέματα τα βάζαμε στις τσέπες μας. Βέβαια, στο τέλος της βραδιάς  γίνονταν μια ομογενοποιημένη μπάλα, αλλά δε μας ενοχλούσε, αφού τελικά δεν έχανε τη χημική της σύσταση.                                                                                      
    Δεν έλειπαν, βέβαια, και τα απρόοπτα της βραδιάς με τους περιέργους που ήθελαν να αναγνωρίσουν αυτόν που κρυβόταν πίσω από την αυτοσχέδια προσωπίδα, χρησιμοποιώντας μερικές φορές και βίαιο τρόπο.

-   Ρε! Ρε!  Καλώς τα πιδιά! Άμα δεν περνούσατε απόψ’ , δε θα μ’ έπαιρν’ ο ύπνος! Είχα μια στενουχώρια…. μη τυχόν κι δε περάσιτι……., είπε με νόημα ο μπάρμπα- Χρήστος και συνειδητοποιήσαμε ότι κάτι δυσάρεστο θα επιχειρούσε. Κοιτάξαμε ότι στο τζάκι υπήρχε ένας τέντζερης με ζεστό νερό. Ήταν κάτι που δε μας άρεσε και ιδιαίτερα. Τα μάτια μας καρφωμένα στο σώμα του και προετοιμαζόμασταν να αντιδράσουμε αναλόγως. Είχαμε σπουδάσει βιωματικά την κατανόηση της γλώσσας  του σώματος.

-      Χρήστου, αν πράξεις τα πιδιά, απόψ’ θα αποκρέψεις στου φούρνου! Κατάλαβες, ή θες ν’ αδράξω τη μασιά …..

     Τα λόγια της θειας Βασίλους ήταν καθοριστικά. Ήταν κουβέντες αποφασιστικές και παράλληλα δηλωτικές. Δήλωναν ότι είχε άποψη και θέση χωρίς να είναι απαραίτητα ενεργό μέλος κάποιου κοινωνικού κινήματος, ήταν ο εαυτός της, ήταν το μητρικό ένστικτο που καθόριζε  τη συμπεριφορά της.
     Τα πράγματα για μας δυσκόλευαν αν συναντιόμασταν με μασκαρεμένους ενήλικες μες στο σκοτάδι, με δεδομένο ότι το ηλεκτρικό ρεύμα ήρθε στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Στην περίπτωση αυτή στηριζόμασταν μόνο στα πόδια μας. Η  παρουσία μας  τις νυχτερινές ώρες για τους ενήλικες ήταν ενοχλητική. Πέρασαν αρκετά χρόνια για να καταλάβουμε και να κατανοήσουμε  τη συμπεριφορά τους…

     Μπορεί για μας η Αποκριά να σήμαινε λουκούμι, γέλιο και χαρά, αλλά για τους ενήλικες είχε και έχει ρίζες στην Αρχαία Ελλάδα. Έπαιζε ρόλο ψυχοθεραπευτικό, βοηθώντας τους να αποκαλύψουν φόβους και ανασφάλειες που καταπίεζαν την καθημερινότητά τους. Ο  Διόνυσος  και τα Ανθεστήρια  την ημέρα αυτή αναβίωναν. Σάτυροι, Κένταυροι, προσωπιδοφόροι άνδρες και γυναίκες γυρνούσαν τους μαχαλάδες αφήνοντας το σώμα να μιλήσει και μέσα από την κίνηση να εκφράσει ανείπωτες επιθυμίες σαρκικής ηδονής …

    Τελικά, η προσωπίδα έδινε και δίνει  την ευκαιρία στους ενήλικες ν’ αποδράσουν από κοινωνικούς περιορισμούς, να εκφραστούν ελεύθερα, να υποδυθούν ρόλους από κρυμμένη εσωτερική ανάγκη ή από περιέργεια. Για μας όμως τα παιδιά της γενιάς του ’60, οι Αποκριές ήταν μέρες για  λουκούμι και για γέλιο.




Τζουβάρας  Νίκος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου