Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

Τα Φώτα


Φέτος μόνο ένα κομπόι[1]

Του Νίκου Τζουβάρα



Σήμερα τα φώτα κι ο φωτισμός

και χαρά μεγάλη στο Κύριό μας

σπάργανα βαστάει κι Θεό κρατεί

κι  τον Αϊ - Γιάννη παρακαλεί

 «δύνεσ’ Αϊ – Γιάννη Πρόδρομε

 να μου βαφτίσεις Θεόν παιδί;»

δύνομαι κι σώνω κι προσκυνώ

για να ρίξει δρόσο  δροσολογιά

να αγιαστούν οι βρύσες και τα νερά  

για να ρίξει δρόσο δροσολογιά

να αγιαστεί ο αφέντης και η κυρά.



Αφέντη , αφεντήτσε μου,

πέντε φορές αφέντη

πέντε φορές αφέντεψες

και πάλι αφέντης είσαι

κι σου ’μοιάζε και σου ’πρεπε

να είσ’ απάν’ στην πόλη

να κοσκινάεις  το φλουρί

να πέφτει το φλογάρι

κι μ’ αυτά τα κοσκινίσματα

κέρνα τα παλικάρια.

Κέρνα τ’ αφέντη μ’ κέρνα τα

τα λασποκοπιασμένα

ταχιά θα πα’ στο κρασοπλιό

να πω καλό για σένα

και στην υγειά τα’ αφέντη μας

και στην καλή χρονιά μας.

Να ζήσεις χρόνια εκατό

κι εξάμηνα διακόσια

ν’ ασπρίσεις σαν τον Όλυμπο,

σαν τ’ άσπρο περιστέρι.



Καλό είπαμε τα’ αφέντη μας,

να πούμε της κυράς μας.

Κυρά μ’ όταν στολίζεσαι,

να πας ταχιά στα φώτα,

βάλε τον ήλιο πρόσωπο

και το φεγγάρι αστέρι.

Και την οχιά την παρδαλή,

γιορντάνι στο λαιμό σου

και του κοράκου το φτερό

βάλ’ το καμαροφρύδι.

Για βάλε το χεράκι σου

στην αργυρή σου τσέπη

κι αν εύρεις πέντε δος μας τα,

δέκα μην τα λυπάσαι,

κι αν εύρεις και μισό φλουρί

κέρνα τα παλικάρια.

Εδώ ειν’ ένα καλό παιδί

ένα καλό ξεφτέρι

αυτό ζητάει να παντρευτεί

αυτό ν’ αρραβωνιάσει

να  πάρει νύφη από μεριά

κι από καλούς ανθρώπους

να πάρει χίλια πρόβατα

κι δυο χιλιάδες γίδια.

Κυρά μ’ τη θυγατέρα σου,

κυρά μ’ τη μοναχιά σου,

την έλουζες, τη χτένιζες,

στον δάσκαλο τη στέλνεις

κι ο δάσκαλος την έδερνε

με δυο κλωνάρια μόσχο.

Εδώ είν’ ένα σπυρόπουλο

σπυρί μαργαριτάρι

Σαν το κρατεί η μάνα του

έξω στο φεγγαράκι

στο τάχτα τάχτα το κρατεί

στα πινακίδια παίζει.

Γραμματικέ, γραμματικέ,

ψάλτη  και αναγνώστη,

καθόσουνα και έγραφες

έξω στο φεγγαράκι.

……………………….



Εδώ είν’ τα  χίλια πρόβατα,

τα  δυο χιλιάδες γίδια,

σαν κάνουν τον ανήφορο,

γιομίζει ο λόγγος όλος,

σαν κάνουν τον κατήφορο,

γιομίζει ο κάμπος όλος,

σαν το μυρμήγκι περπατούν,

σαν το μελίσσι βάζουν  

εμείς ολίγα τα ’παμε

κι ο Θιός να τ’ αβγαταίνει.



Αφέντη  μου όταν κίνησες

να πας να πρωτοσπύρεις

στη στράτα ρόιδο ρόιδευες

και στο χωράφι σπόρο

τα μαύρα βόδια στο ζυγό

τα τρίγωνα στ’ αλέτρι

κι αυτά τα λαμπροκέρικα

στέκουν στην αναβόλα

το  αλέτρι είν’ από μηλιά

ζυγός είναι από δάφνη

κι αυτή η φκέντρα που κρατάς

τριανταφυλλιάς κλωνάρι.



Ξενιτεμένο μου πουλί
και παραπονεμένο
η ξενιτιά σε χαίρεται

κι μάνα σου σε κλαίει.
Τι να σου στείλω ξένε μου
τι να σου προβοδίσω;
Να στείλω μήλο σέπεται
κυδώνι μαραγκιάζει.
Να στείλω τα δακριάκια  μου
σ’ ένα χρυσό μαντήλι.
Το δάκρια  είναι καυτερά
και καίνε  το μαντήλι.




Δεν έλειπαν όμως και τα περιπαιχτικά άσματα. Προπαντός σ’ εκείνες τις νοικοκυρές που δεν άνοιγαν την πόρτα στους καλανδιστές[2].



Κυρά μ’, τον νταρντανόκολο σ’,

κυρά μου, τον ψωριάρη

με το ’να  χέρι ζύμωνες

με  τ’ άλλο  ξυν’ς  τον κόλο.







-         Πιδιά, φέτους να παμ’ στο ξενοχώρ’ ένα κομπόι. Θυμάστι πέρσ’ τι νίλα πάθαμι…

-         Ιγώ στ’ Αλίφακα δε ξαναπατάω άμα δεν έχουμι τρανή κι γερή παρέα.

-         Πέρσ’ μας ξετουμάριασαν… Δε θα  ξαναντέξω τέτοιο ματσούκ’.

-         Άσι που χάσαμι κι  τον κύπρο[3] τον οκάρκου (της μιας οκάς)[4]

Πάει κοντά ένας χρόνος και δεν ξεχάστηκε, σκέφτηκα,  αυτό που μας συνέβη πέρσι, όταν πήγαμε στα διπλανό χωριό να τραγουδήσουμε τα κάλαντα των Φώτων χωρισμένοι σε δυο παρέες (κομπόια). Δεν είχαμε προλάβει να τα «πούμε» σε όλο ξενοχώρι και ήρθε ο τσακωμός με τους ντόπιους. (Στραβάδια-Αβαρτσιώτες σε  πετροπόλεμο με τα Ντουάτσια -Αλιφακιώτες )

-         Φέτους θα τραγδήσουμ’ ένα κομπόι και άμα θέλ’ ας ζγώσι  κανένας

-         θα τον ταφιάσουμι….θα τον  λιανίσουμι….θα τον πιλικήσουμι….

Παραμονές των Χριστουγέννων και  η απόφαση πάρθηκε να τραγουδήσουμε τα κάλαντα των Φώτων  στο ξενοχώρι μόνο μια παρέα, ένα κομπόι. Δώσαμε  χέρια και  λόγο, η απόφαση   ήταν οριστική και αμετάκλητη.

Οι μέρες των Χριστουγέννων, για μας, τα χνουδιασμένα αγόρια της δεκαετίας  του ’60, ήταν κάτι το ξεχωριστό και περνούσαν με γρήγορους ρυθμούς. Μέρες πλημμυρισμένες από αισθήματα και συναισθήματα. Τα κάλαντα γινόταν αφορμή και αιτία να επισκεφθούμε όλα τα σπίτια του χωριού και να έχουμε άποψη για το χαρακτήρα και τη ιδιοσυγκρασία του κάθε   χωριανού.

-             Ρε συ, ο μπαρμπα-Καλός κάθε χρόνο τα περισσότερα μας δίν’…… είν’ κουβαρντάς…

-             Ωχ, προσέξτε τι θα μας δώσ’ φέτος  ο γερο-Λαδάς, ο δεκαροφονιάς  που τρέμ΄ τα χέρια τ’ σαν τα βάζει στη τσέπη τ’,  το πολύ πολύ να δώσ’ καμιά δεκάρα και αυτή στραβή… που την ξεκάρφωσ’ απ’ τα τσίγκια απ’ τ’ν αχυρώνα τ’ γείτονα, η γερο-Τσιφούτ’ς[5]……..

Μία μέρα μας χώριζε από  τη γιορτή των Φώτων, ο Αλμυριώτης φυσούσε δυνατά , χιόνιζε στο Ξεροβούνι και εμείς συγκεντρωθήκαμε στο λόφο της Αγίας Παρασκευής για κάνουμε  την τελευταία πρόβα.  

Ο παγωμένος αέρας πεισματικά πιρούνιαζε τα κόκκαλά μας. Ανάψαμε φωτιά        και προσπαθούσαμε  να  συντονιστούμε και να συγχρονιστούμε  μεταξύ μας ώστε την αυριανή να ήμαστε έτοιμοι καθ’ όλα.

-         Κάντε πολλές πρόβες γιατί τώρα δεν είστε χαϊβάνια, πρέπει να τα τραγδάτε καλά , βάλτε κι’ άλλα γυρίσματα στη φωνή σας….. να την κάν’τε  κι πιο χοντρή ……. κι ‘κει π’ θα τραγδάτε να είστε σεβαστικοί με τους γερόντους……

          Ήταν ο μπαρμπα-Κώστας, ερχόταν από την Αγκαθίτσα με το κοντοκάπι στο ώμο,  η γνώμη του ήταν σεβαστή, όλοι προσπαθούσαμε να μιμηθούμε τον τρόπο που τραγουδούσε τα κάλαντα των Φώτων. Είχε χαρακτηριστική  φωνή, τόσο  στη μελωδία όσο και στην ένταση. Στις τότε τοπικές κλειστές κοινωνίες του 60, οι σχέσεις των ανθρώπων δημιουργούνταν  και αναπτύσσονταν σε ένα μοντέλο κοινωνικών δομών γύρω από δεσμούς συγγένειας, ενδιαφέροντος,  συμφέροντος   και γειτνίασης. 

Η ώρα περνούσε και έπρεπε να οργανώσουμε το αυριανό μας ταξίδι με κάθε λεπτομέρεια. Έπρεπε φέτος  να φύγουμε αλώβητοι από το ξενοχώρι  και να ήμαστε πριν το σούρουπο στο χωριό μας για να  πούμε τα κάλαντα κι εκεί . Οι συζητήσεις- προτάσεις πολλές και διαφορετικές.

-         Ούλοι να κρατάμι από μια ματσούκα κρανίσια[6]  με κόμπους για καλό και για  κακό…

-         Τις γόπες,  να μη ξεχάσουμε να πάρουμε απ’ την κφάλα απ’ το τρανό το πλατάν’……

-         Υποχρεωτικά ρε σεις, κι από ένα τροβά κρεμασμένο στον ώμο……

-         Τα κυπριά κι τα κουδούνια ….

-         Ρε σεις, πώς θα την κουβαλήσουμε όλη αυτή την πραμάτεια, θα ξεπλατιστούμε…… άσε  που  στη Κυδωνιά η λάσπη θα φτάνει μέχρι τα γόνατα……. θα μας κοπούν τα ποδάρια….

-         Α! για φέτος πιδιά, σας ένα καλό μαντάτο. Θα τρίβετε τα μάτια σας μ’ αυτό που θα δείτι, δε μπορείτε να σκεφτείτε , τι σκέφτ’κα…….

-         Τι ; τι;  πές , πες   ρε, πες ρε  Κλεφτουκουτά ….είπαμε  όλοι με μια φωνή.

-          Φέτος  θα ’χουμε  κι το Γάκη[7] παρέα….

-         Ωρέ !! ωρέ !! σοβαρά; Αϊ ρε !!! Τι λέει τούτος ο φλοέρας…

-         Καλά μας τας λές, Κλεφτοκοτά, αλλά θα αργάσει το τομάρισ’  απ’  του ματσούκ’ που θα σε ρίξ’ η πατέρας, σαν μάθει τα χαμπέρια …. το σκέφ’κες καλά;  Είπε ο σοφός Ασβός…

Τα τελευταία λόγια προσπαθήσαμε να μη τα σχολιάσουμε, γιατί το τίμημα για τέτοιους είδους αποφάσεις ήταν οδυνηρό. Η είδηση όμως ότι  θα έχουμε  και μεταφορικό μέσο ήταν κάτι το σημαντικό ή μάλλον το σημαντικότερο όλων. Στα διπλανά χωριά μας οι νοικοκυραίοι στα κάλαντα  εκτός από χρήματα έδιναν λουκάνικα, αυγά κότας ή πάπιας, λίπος χοιρινό, αλεύρι, κουλούρες από σκληρό σιτάρι. Αρκετές ήταν οι φορές που δεν είχαμε τις δυνάμεις να μεταφέρουμε τα  φιλέματα  και τότε αρχίζαμε τα πιο περιττά να τα  αποχωριζόμαστε, και τον πρώτο λόγο  βέβαια είχαν τα αυγά πάπιας. Μέχρι να φτάσουμε στο χωριό φροντίζαμε να αφήνουμε τα χνάρια μας ποικιλοτρόπως. Τα δένδρα της διαδρομής μας ήταν σχεδόν τυλιγμένα με τσόφλια αυγών και χοιρινό λίπος. Τα λουκάνικα και τις κουλούρες  τα περνούσαμε στις ματσούκες προσπαθώντας να τα μεταφέρουμε, εξάλλου ήταν πιο χρήσιμα….

 Στο  σύθαμπο πήρα το δρόμο της επιστροφής από το λόφο της Αγίας Παρασκευής  για το σπίτι, από το απόγευμα όμως  παρατηρούσα τα πρόβατα κι τους χειμωνοσπίνους (χιονιταραίους)  να αναζητούν  με βουλιμία την τροφή τους (έστρωναν στις κουνούκλες[8]). Κακό σημάδι σκέφτηκα , βραδιά γεμάτη υποψία χιονιού. Αν χιόνιζε  το βράδυ  και το χιόνι περνούσε τις μπότες μας, η πορεία μας θα γινόταν αρκετά δύσκολη. Το μεγαλύτερο βέβαια  εμπόδιο θα ήταν οι γονείς μας, οι οποίοι δυστροπούσαν και με το καλό καιρό….. πόσο μάλλον με το χιόνι…..

-         Ρε σεις, πού θα πάτε στο ξενοχώρι να τραγδήσετε…. Εσείς κι οι Σπαζιάδες μοναχά πηγαίνετ’ σε ξένα χωριά…..  πάει λαλήσατε…. Κόψατ’ καπστράνα κι πηδούκλι μαζί… άιντε ματσούκι που πάει χαμένο….

Με τέτοιες έγνοιες πήγα να κοιμηθώ, αλλά ύπνος δε με έπαιρνε. Το γαύγισμα  των σκύλων αραίωνε, σημάδι πως το κρύο δυνάμωνε και θα λούφαξαν σε κανένα  παλιοαχυρώνα. Με το χάραμα πετάχτηκα από το κρεβάτι  και αμέσως ένιωσα την αντιφεγγιά του χιονιού  στα μάτια μου και στη ψυχή μου. Κολλημένος στο παραθύρι παρατηρούσα ότι τα δένδρα, το χώμα κι οι δρόμοι είχαν γίνει ένα λευκό ανάγλυφο.  Λειτούργησε το ένστικτο  της αυτοσυντήρησης στους χιονιταραίους  και μάντεψαν  την κακοκαιρία,  αναλογίστηκα. Τελικά όσο ένα ζώο-πτηνό είναι λιγότερο ικανό να αντιμετωπίσει με δική του πρωτοβουλία τις ανάγκες της ζωής, τόσο τελειότερα, συγκροτημένα και πιο παγιωμένα παρουσιάζονται τα ένστικτα… Αυτά έρχονται να αντικαταστήσουν τη λογική.

Οι  γονείς από τα χαράματα είχαν φύγει για τα μαντριά, μισή ώρα δρόμος από το σπίτι. Έφαγα το καθιερωμένο χειμωνιάτικο πρωινό, τραχανά με τριμμένο ψωμί, πέρασα τον τρουβά[9] σταυρωτά  και αψηφώντας την παγερή δροσιά του χιονιού  , έτρεξα  στο τόπο συνάντησης στο πλατάνι της ποτίστρας.

-         Αρηηή…..που πάει τούτ’ το μαδημέν’, ξεσάρκουτο[10] τον κατήφορο βάζοντας[11]…… Άι, ξάφτιασμα[12] π’ του χρειάζεται…. Δεν καταλαβαίν’ ότι θα μαργώσ’[13]….. Του κρύο με του σακί μπαίν’ και με του βελόν’ βγαίν’[14]……………..

Τα παραπάνω ήταν τα λόγια της γιαγιάς Ανάστους, βλέποντάς με από την αυλή του σπιτιού της όταν ξεχιόνιζε  το κοτέτσι , αλλά ποιος έδινε σημασία στα λόγια της, τέτοια ώρα τέτοια λόγια….                                                                                                       

Τα κολλημένο χιόνι στα κλαδιά των αιωνόβιων πλατανιών της ποτίστρας, το απάτητο χιόνι, ο αρμονικός χορός των νιφάδων, η γαλήνη του χιονισμένου τοπίου. Το κομπόι μαζεμένο γύρω από το Γάκη  να περιμένει, να έρθει και ο τελευταίος της παρέας για να δοθεί το σύνθημα της αναχώρησης. Εικόνες ενός σκηνικού που δύσκολα περιγράφεται με λέξεις, πρέπει κανείς να το βιώσει για να το αισθανθεί.                                                           

Παιδικές αναμνήσεις που καταγράφονται με ανεπαίσθητο τρόπο στα  μνημονικά  αρχεία της μακρόχρονης μνήμης και κάθε φορά που ο εγκέφαλος δέχεται συναφή ερεθίσματα τις ανακαλεί και η καρδιά τις αναπολεί.

        Σε λίγο  η μικρή πομπή θα άφηνε το χωριό και θα έπαιρνε τη στράτα -την οδό ονείρων- για το ξενοχώρι. Μπροστάρης ο Γάκης, με κρεμασμένους τους τρουβάδες και τα κυπριά στο σαμάρι του, καθοδηγούμενος από τον Κλεφτοκοτά. Πίσω η δεκαμελής ομάδα,  με τις ματσούκες στο χέρι, ακολουθούσε με βήμα αργό και αποφασιστικό  στο λευκό τοπίο, αφήνοντας  πάνω του τα χνάρια της. Νιώθαμε όλοι μας  πιο ασφαλείς και πιο αποφασιστικοί  για να αντιμετωπίσουμε κάθε μικροκαβγά, βλέπεις φέτος γίναμε ένα κομπόι.  

Ήταν τα χρόνια της παιδικής αθωότητας…..                      

Τότε που περίσσευε η εσωτερική ευγένεια.

Τότε που απουσίαζαν οι κοινωνικές διακρίσεις και ο καταναλωτισμός.

Τότε που  είχαμε μια αλλαξιά ρούχα και ένα ζευγάρι γαλότσες για όλο το χειμώνα.

Τότε που κουρεύαμε τα κεφάλια μας και αφήναμε ακούρευτα τα   όνειρά  μας.

Τότε που……..

«τις χειμωνιάτικες νύχτες μας τρέλαινε ο δυνατός αγέρας της ανατολής

τα καλοκαίρια χανόμασταν μέσα στην αγωνία της ημέρας

που δε μπορούσε να  ξεψυχήσει …….»[15]



  Από τη  γενιά του ’60.


Νίκος Τζουβάρας



                                                                                                                                                      





[1]  παρέα
[2] Σ’ αυτούς που έλεγαν τα κάλαντα.
[3]  χάλκινο κουδούνι που κρεμούν στο λαιμό των γιδιών και των τράγων.
[4]  οκά: Οθωμανική μονάδα μέτρησης μάζας που αντιστοιχεί σε 1282 γραμμάρια, η επίσημη κατάργηση όλων των παλαιών μέτρων και σταθμών έγινε την 1η Ιουλίου 1959
[5]   Η καθιέρωση της δραχμής έγινε το 1833 και μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 2002 αδιάλειπτα ήταν νομισματική μονάδα του σύγχρονου Ελληνικού κράτους. Το μεροκάματο στα μέσα της δεκαετίας του ’60 ήταν για τους άνδρες 40 δρχ. και για τις γυναίκες 20 δρχ. Οι  τιμές των προϊόντων ενδεικτικά  ανά κιλό ήταν: ζάχαρη 12-14 δρχ , λάδι 15-25 δρχ, πετρέλαιο φωτιστικό 2-4 δρχ, κρέας αρνάκι 20-30 δρχ, ραδιόφωνο μπαταρίας 1500δρχ  και  η  ισοτιμία με το δολάριο ($) ήταν 1:30

[6] από ξύλο κρανιάς.  Η Κρανιά ή και κρανειά (επιστημονική ονομασία Cornus) είναι φυλλοβόλο δέντρο (και θάμνος). Η κρανιά αναφέρεται πρώτη φορά από τον Όμηρο στην Οδύσσεια, όπου η Κίρκη τάισε με καρπούς κρανιάς τον Οδυσσέα και το πλήρωμά του, για να τους μετατρέψει σε γουρούνια. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι ο Δούρειος Ίππος φτιάχτηκε από ξύλο κρανιάς. Σύμφωνα με τον Θεόφραστο, το ξύλο της κρανιάς ήταν τόσο σκληρό όσο το κόκκαλο και χρησιμοποιήθηκε για να φτιαχτούν ακόντια. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, τα τόξα των Λυκίων ήταν φτιαγμένα από ξύλο κρανιάς.
[7] όνομα γαϊδάρου
[8] Η κουνούκλα – ή λαδανιά – είναι ένας μικρός θάμνος με κολλώδη φύλλα, ιθαγενής στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Το αιθέριο έλαιο αποκτάται με απόσταξη με ατμό της κόλλας που περιέχεται στα φύλλα και τους νεαρούς μίσχους. Χρησιμοποιείται για: πληγές από κατάκλιση, μολυσμένες πληγές, δερματικά έλκη, βρογχίτιδα, βήχα, γρίπη και κρυολόγημα, σαν υποκαπνιστικό κατά λοιμωδών νοσημάτων. Χρήσιμο σε περιόδους ανάρρωσης και νευρικής εξάντλησης. Πηγή: https://togiatrosofi.gr


[9]  σακίδιο από υφαντό μάλλινο ύφασμα, συνήθως πολύχρωμο
[10] γυμνό
[11] τρέχοντας γρήγορα, με βοή
[12] τράβηγμα αυτιού
[13] κρυώσει
[14] παροιμία
[15]  Στίχοι από το Μυθιστόρημα Α΄ του Γ. Σεφέρη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου