Σάββατο, 19 Μαΐου 2018

ΤΑ ΤΑΞΙΔΙΑ

Ο ορμητικός Καταρράκτης της Στρώμης βρίσκεται 1,5 χιλιόμετρο έξω από το ομώνυμο χωριό, πάνω στον επαρχιακό δρόμο που οδηγεί στα γειτονικά χωριά Πανουργιάς και Οινοχώρι. Βρίσκεται σε υψόμετρο 900 μέτρων στην πλαγιά της Γκιώνας, μέσα στα έλατα, σ’ ένα τοπίο μοναδικής φυσικής ομορφιάς. Είναι γνωστός και με το όνομα Καταρράκτης της Κρέμασης.
Τα Βαρδούσια (ή Κόρακας) είναι σύμπλεγμα βουνών που περιλαμβάνει το νοτιότερο άκρο της Πίνδου στη Στερεά Ελλάδα. Υψώνεται στα βορειοδυτικά της Φωκίδας, με ένα μικρό τμήμα του όρους να επεκτείνεται και στη Φθιώτιδα. Είναι το δεύτερο υψηλότερο βουνό της Ρούμελης μετά την Γκιώνα, με ύψος που φτάνει τα 2.495 μέτρα (κορυφή Κόρακας).



Καλλίδρομο -Λίμνη Νευρόπολη

Η περιοχή του Καλλιδρόμου (παλαιότερη ονομασία «Σαρώματα») στην αρχαιότητα στους πρόποδές του και στις πλαγιές του ιδρύθηκαν πολυάριθμες πόλεις, όπως η Δρυμαία, το Τεθρώνιο καθώς και οι Θερμοπύλες. Η περιοχή του Καλλιδρόμου ήταν χωρισμένη μεταξύ δύο ελληνικών φύλων. Η δυτική του πλευρά ανήκε στους Φωκείς και η ανατολική του στους Λοκρούς.
 Η βλάστηση του βουνού είναι πραγματικά εντυπωσιακή, και αποτελείται από κουμαριές, πεύκα, βελανιδιές, πουρνάρια και έλατα (τα οποία μάλιστα εμφανίζονται από υψόμετρο μικρότερο των 600 μ.). Η έκτασή του είναι μεγάλη αλλά είναι ένα χαμηλό βουνό. Η ψηλότερη κορυφή του, η Γκιόζα, έχει υψόμετρο 1.419 μέτρα.
Στις θέσεις «Νευρόπολη» και «Παλιοσουβάλα», δύο μεγάλα καρστικά βυθίσματα κρατούν νερό και σχηματίζουν εποχιακές λίμνες τη χειμερινή περίοδο, η μια που είναι και μεγαλύτερη στη θέση «Παλιοσουβάλα» (στα 1.000 μ.) και μια μικρότερη (στα 1.050 μ.) στη θέση «Τριανταφυλλιά Νευρόπολης», η οποία ανήκει στην Κοινότητα Παλαιοχωρίου και λέγεται από τους ντόπιους Λούτσα. Το τοπίο στην περιοχή των δυο εποχικών λιμνών είναι σπάνιο για τον Ελλαδικό χώρο.
Πώς πάμε στη Λίμνη Νευρόπολη 

 Από την Αθήνα θα φτάσετε σε δυο ώρες περίπου και από τη Λαμία, μόλις σε 30΄ λεπτά. Από την εθνική οδό στο κόμβο για Μπράλο παίρνουμε το δρόμο δεξιά για Άμφισσα - Ιτέα. Μετά τη διασταύρωση για την Μονή Δαμάστας θα δούμε διασταύρωση και πινακίδα για Ελευθεροχώρι προς τα δεξιά. Από το Ελευθεροχώρι η απόσταση είναι περίπου 7χλμ.

Τετάρτη, 14 Φεβρουαρίου 2018


ΜΕΡΕΣ  ΓΙΑ  ΛΟΥΚΟΥΜΙ  ΚΑΙ  ΓΕΛΙΟ


     Είχαμε κανονίσει μάζωξη το απόγευμα στο στρατηγείο, το πλατάνι της ποτίστρας με τη μεγάλη κουφάλα, όπως συνέβαινε σε κάθε θρησκευτική εορτή κι εθνική τελετή ή για οργάνωση ειδικών αποστολών(πλιάτσικο). Κείνη την ώρα ο κορμός από το θηριώδες δένδρο έπαιρνε μια άλλη μορφή και απλωνόταν γύρω του μια ηρεμία και μια ημεράδα που θα επιθυμούσε κανείς «ν’ ακούει με τα μάτια του και να βλέπει με τ’ αυτιά του» τα παιχνιδίσματα του φωτός και του ήχου.
     Εμείς, βέβαια, παιδιά της δεκαετίας του ’60, είχαμε άλλα να σκεφτούμε και να πράξουμε. Είχε περάσει  η Προφωνή, η Κρεατινή,  έφτασε η Τυρινή και εμείς δεν είχαμε αποφασίσει τι να ντυθούμε (μασκαρευτούμε) και πόσα άτομα θα είχε η παρέα μας.         
    Μπήκαμε στην κουφάλα του πλάτανου. Ανάψαμε φωτιά με σπίρτα που πήραμε από το ξωκλήσι του Αϊ Γιάννη κάνοντας το σταυρό μας κι υποσχόμενοι στον Άγιο ότι κάποια στιγμή θα τα επιστρέψουμε. Αρχίσαμε τη κουβέντα, κάνοντας τζούρες από γόπες τσιγάρων Ρήγας, που με τόση υπομονή και επιμονή είχε μαζέψει ο Κωτσάβας, ακολουθώντας διακριτικά για τρία απογεύματα το γιατρό του χωριού μας στη γνωστή απογευματινή του τσάρκα. Ψάχναμε να ντυθούμε φέτος κάτι διαφορετικό από χωροφύλακας-πλατσιοκολόγος, αρκούδα–αρκουδιάρης, γαμπρός-νύφη κι  αράπης. 
    Μάταια όμως αναζητούσαμε άλλες λύσεις, γιατί οι στολές αυτές ήταν σε πρώτη ζήτηση και παραδοτέες αυθημερόν. Όλοι σχεδόν στο σόι μας είχαμε ένα χωροφύλακα (άς είν’ καλά η Καλαντζής), όσο για κουρελιασμένα ρούχα ο Αλωνότοπος (εκεί καταλήγει η ρεματιά του Ραμαντάνη που διασχίζει το χωριό μας) είχε μεγάλη ποικιλία. Μέχρι και τη μασέλα του… συγχωρεμένου βρήκαμε! Η επιλογή της μάσκας ή της στολής δεν εξέφραζε χαρακτήρα ή άλλα κομμάτια του υποσυνειδήτου, σύμφωνα με  τις αρχές της ψυχανάλυσης, αλλά ήταν λύση ανάγκης προκειμένου να πάρουμε το λουκούμι της επίσκεψης που ανέβαζε το σάκχαρο σε φυσιολογικές τιμές. 

-      Άμα θέλετε να γκισιρίσουμε  ούλο το χωριό  χωρίς  περιπέτειες κι εκπλήξεις να πάμε του Σαββάτου τς επισκέψεις. Τ’ν Κυριακή αποκρεύ’ ου κόσμους με κόκουτα κουκκινιστό κι κρασί μπρούσκο και δε θα θέλ’ χασουμέρια,  είπε ο Ζανιάς και  συμφωνήσαμε όλοι μαζί του.

     Αποφασίσαμε, λοιπόν, το Σαββατόβραδο να πάμε τις επισκέψεις,  γιατί την Κυριακή το βράδυ δε θα μας δέχονταν και με μεγάλη ευχαρίστηση. Δε μπορούσαμε να ξεχάσουμε πως την προηγούμενη χρονιά όταν κάναμε επίσκεψη κάπως αργά την Κυριακή το βράδυ, υποδέχτηκαν το Ζβίγγο με ένα ντενεκέ στάχτη στο κεφάλι του….. 

-   Ρε σεις  να πάμι σε λίγα σπίτια  και καλά, γιατί να ξεποδαριαστούμε σ΄ ούλο  το χωριό, είπε ο Γατοπνίχτης.

-   Ουόχι,  φωνάξαμε όλοι μαζί, αυτό δε γίνεται, θα μας παρεξηγήσ’νε.                  
-   Καλά, πάμι , αλλά προσέξτι κείνα τα ξεροκύδωνα, που θα σας δώσ’νε, να μην τα φάτε στου σκοτάδ’, γιατί θ’ αρτυθείτε ……… είπε γελώντας ο Γατοπνίχτης.

-      Ρε  παλιο–Γατοπνίχτ΄, μας κάν’ς κι μαθήματα μαγειρικής, εσύ που τγάν’σις τς μουρμουρίτσες (προνυμφική μορφή βατράχων) για ψάρια κι έκανες κουντοσούφλ’ τα καρακαξόπ’λα, είπε ο Αμερικάνος Τομ  και τράβηξε μια βαθιά τζούρα από την τελευταία γόπα τσιγάρου που μας είχε απομείνει με ύφος βγαλμένο από τον ασπρόμαυρο ελληνικό κινηματογράφο ....

    Με τα πολλά και με τα λίγα πέρασε η ώρα και βράδιασε για τα καλά. Το βράδυ να σε βρει στον πλάτανο δε ήταν και ότι το καλύτερο. Πολλά είχαμε ακούσει ότι συνέβαιναν και  συμβαίνουν τα βράδια γύρω από τον πλάτανο.

-      Ρε σείς, κατ΄σκούζ’. Δεν ακούτι;  Λες να ’ναι  κείνου του  κτάβι π’ ανεβαίν’ στου σβέρκου κι δαγκών’ τ΄αυτιά;

     Πριν ολοκληρώσει την κουβέντα του ο Πεπίτο……, άλλος για Παλιομάνα τράβηξε, άλλος για Χωματαριές κι άλλος για Ραμαντάνη. Τα ξωτικά δεν τα γνωρίζαμε βέβαια  από τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών του Τόλκιν, αλλά απ’ το στόμα ενός καλού παραμυθά, στη παραστιά του τζακιού, κάποιο χειμωνιάτικο βράδυ που είχε έρθει για νυχτέρι (νυχτερινή επίσκεψη – κουβέντα). Οι εικόνες των ξωτικών γίνονταν αυτοματοποιημένοι τρόποι σκέψης και δημιουργούσαν αρκετές φορές εμπόδια που μας κρατούσαν παγιδευμένους σε καταστάσεις ανησυχίας, φόβου και δυσφορίας.
     Τελικά, το Σάββατο της Τυρινής, το σούρουπο μας βρήκε να ξεκινάμε τις επισκέψεις στα  σπίτια  από τη  βόρεια πλευρά του χωριού, το Πηγάδι.                                                                                                                                                                    

-   Αρηή, ήρθαν μασκαράδες, σήκου γέρουντα να μη χωθούν μες στο σπίτ’.

-   Μη φουβάσι γριά, άμα θελ’ ας κοπιάσ’νε. Σαν  πάρου το κοντουμάτσ’κο  θα πουν το δεσπότ΄  Παναγιώτ’.

-  Ρε γριά, στέκα να ιδώ. Βρε,  τούτα είν’ χαϊβάνια! Πάρε τα λουκούμια απ’ τη μπουλίτσα (ανοιχτό ντουλάπι σε εσοχή του λιθόκτιστου τοίχου όπου η νοικοκυρές έβαζαν μικροπράγματα, καφόμπρικα, φλυτζάνια, σπιρτόκουτα) κι κέρνα τα.
                                   
     Η Γιώργαινα, με το γνωστό χαμογελαστό πρόσωπο, ακολουθούμενη από το μικρό εγγονάκι της, το οποίο είχε πιάσει το υπονοούμενο κι οι σιελογόνοι αδένες του είχαν ενεργοποιηθεί, δεν κατευθύνθηκε προς τη μπουλίτσα να πάρει τα λουκούμια, γιατί  σε καμιά περίπτωση δεν τα τοποθετούσαν οι νοικοκυρές σε εμφανές σημείο. Με μια γρήγορη κίνηση ξεκλείδωσε την κασέλα, πήρε τα λουκούμια και μας τράταρε όλους  στο μπαλκόνι του σπιτιού.

-  Ρε ζαγάρια,  με τη σειρά, με τη σειρά κι μη χοροπ’δάτε σα μαϊμούλια. Θα σπάσ’τι  καμιά τάβλα απ’ του μπαλκόν’ κι θα βρεθείτε κάτ’ απ’ αυτό αγκαλιασμένοι…, είπε ο μπάρμπα – Γιώργος και με μια απότομη κίνηση, άρπαξε κι αυτός  ένα λουκούμι από το δίσκο  κοιτάζοντας  με ενοχοποιημένο βλέμμα τη Γιώργαινα…
     Προχωρούσαμε από σπίτι σε σπίτι με απώτερο σκοπό να επισκεφτούμε όλο το χωριό. Ήταν ευκαιρία  να μαζέψουμε όσο το δυνατό περισσότερα φιλέματα και κυρίως λουκούμια, χρήσιμα για τη Σαρακοστή. Τα φιλέματα τα βάζαμε στις τσέπες μας. Βέβαια, στο τέλος της βραδιάς  γίνονταν μια ομογενοποιημένη μπάλα, αλλά δε μας ενοχλούσε, αφού τελικά δεν έχανε τη χημική της σύσταση.                                                                                      
    Δεν έλειπαν, βέβαια, και τα απρόοπτα της βραδιάς με τους περιέργους που ήθελαν να αναγνωρίσουν αυτόν που κρυβόταν πίσω από την αυτοσχέδια προσωπίδα, χρησιμοποιώντας μερικές φορές και βίαιο τρόπο.

-   Ρε! Ρε!  Καλώς τα πιδιά! Άμα δεν περνούσατε απόψ’ , δε θα μ’ έπαιρν’ ο ύπνος! Είχα μια στενουχώρια…. μη τυχόν κι δε περάσιτι……., είπε με νόημα ο μπάρμπα- Χρήστος και συνειδητοποιήσαμε ότι κάτι δυσάρεστο θα επιχειρούσε. Κοιτάξαμε ότι στο τζάκι υπήρχε ένας τέντζερης με ζεστό νερό. Ήταν κάτι που δε μας άρεσε και ιδιαίτερα. Τα μάτια μας καρφωμένα στο σώμα του και προετοιμαζόμασταν να αντιδράσουμε αναλόγως. Είχαμε σπουδάσει βιωματικά την κατανόηση της γλώσσας  του σώματος.

-      Χρήστου, αν πράξεις τα πιδιά, απόψ’ θα αποκρέψεις στου φούρνου! Κατάλαβες, ή θες ν’ αδράξω τη μασιά …..

     Τα λόγια της θειας Βασίλους ήταν καθοριστικά. Ήταν κουβέντες αποφασιστικές και παράλληλα δηλωτικές. Δήλωναν ότι είχε άποψη και θέση χωρίς να είναι απαραίτητα ενεργό μέλος κάποιου κοινωνικού κινήματος, ήταν ο εαυτός της, ήταν το μητρικό ένστικτο που καθόριζε  τη συμπεριφορά της.
     Τα πράγματα για μας δυσκόλευαν αν συναντιόμασταν με μασκαρεμένους ενήλικες μες στο σκοτάδι, με δεδομένο ότι το ηλεκτρικό ρεύμα ήρθε στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Στην περίπτωση αυτή στηριζόμασταν μόνο στα πόδια μας. Η  παρουσία μας  τις νυχτερινές ώρες για τους ενήλικες ήταν ενοχλητική. Πέρασαν αρκετά χρόνια για να καταλάβουμε και να κατανοήσουμε  τη συμπεριφορά τους…

     Μπορεί για μας η Αποκριά να σήμαινε λουκούμι, γέλιο και χαρά, αλλά για τους ενήλικες είχε και έχει ρίζες στην Αρχαία Ελλάδα. Έπαιζε ρόλο ψυχοθεραπευτικό, βοηθώντας τους να αποκαλύψουν φόβους και ανασφάλειες που καταπίεζαν την καθημερινότητά τους. Ο  Διόνυσος  και τα Ανθεστήρια  την ημέρα αυτή αναβίωναν. Σάτυροι, Κένταυροι, προσωπιδοφόροι άνδρες και γυναίκες γυρνούσαν τους μαχαλάδες αφήνοντας το σώμα να μιλήσει και μέσα από την κίνηση να εκφράσει ανείπωτες επιθυμίες σαρκικής ηδονής …

    Τελικά, η προσωπίδα έδινε και δίνει  την ευκαιρία στους ενήλικες ν’ αποδράσουν από κοινωνικούς περιορισμούς, να εκφραστούν ελεύθερα, να υποδυθούν ρόλους από κρυμμένη εσωτερική ανάγκη ή από περιέργεια. Για μας όμως τα παιδιά της γενιάς του ’60, οι Αποκριές ήταν μέρες για  λουκούμι και για γέλιο.




Τζουβάρας  Νίκος

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

Τα Φώτα


Φέτος μόνο ένα κομπόι[1]

Του Νίκου Τζουβάρα



Σήμερα τα φώτα κι ο φωτισμός

και χαρά μεγάλη στο Κύριό μας

σπάργανα βαστάει κι Θεό κρατεί

κι  τον Αϊ - Γιάννη παρακαλεί

 «δύνεσ’ Αϊ – Γιάννη Πρόδρομε

 να μου βαφτίσεις Θεόν παιδί;»

δύνομαι κι σώνω κι προσκυνώ

για να ρίξει δρόσο  δροσολογιά

να αγιαστούν οι βρύσες και τα νερά  

για να ρίξει δρόσο δροσολογιά

να αγιαστεί ο αφέντης και η κυρά.



Αφέντη , αφεντήτσε μου,

πέντε φορές αφέντη

πέντε φορές αφέντεψες

και πάλι αφέντης είσαι

κι σου ’μοιάζε και σου ’πρεπε

να είσ’ απάν’ στην πόλη

να κοσκινάεις  το φλουρί

να πέφτει το φλογάρι

κι μ’ αυτά τα κοσκινίσματα

κέρνα τα παλικάρια.

Κέρνα τ’ αφέντη μ’ κέρνα τα

τα λασποκοπιασμένα

ταχιά θα πα’ στο κρασοπλιό

να πω καλό για σένα

και στην υγειά τα’ αφέντη μας

και στην καλή χρονιά μας.

Να ζήσεις χρόνια εκατό

κι εξάμηνα διακόσια

ν’ ασπρίσεις σαν τον Όλυμπο,

σαν τ’ άσπρο περιστέρι.



Καλό είπαμε τα’ αφέντη μας,

να πούμε της κυράς μας.

Κυρά μ’ όταν στολίζεσαι,

να πας ταχιά στα φώτα,

βάλε τον ήλιο πρόσωπο

και το φεγγάρι αστέρι.

Και την οχιά την παρδαλή,

γιορντάνι στο λαιμό σου

και του κοράκου το φτερό

βάλ’ το καμαροφρύδι.

Για βάλε το χεράκι σου

στην αργυρή σου τσέπη

κι αν εύρεις πέντε δος μας τα,

δέκα μην τα λυπάσαι,

κι αν εύρεις και μισό φλουρί

κέρνα τα παλικάρια.

Εδώ ειν’ ένα καλό παιδί

ένα καλό ξεφτέρι

αυτό ζητάει να παντρευτεί

αυτό ν’ αρραβωνιάσει

να  πάρει νύφη από μεριά

κι από καλούς ανθρώπους

να πάρει χίλια πρόβατα

κι δυο χιλιάδες γίδια.

Κυρά μ’ τη θυγατέρα σου,

κυρά μ’ τη μοναχιά σου,

την έλουζες, τη χτένιζες,

στον δάσκαλο τη στέλνεις

κι ο δάσκαλος την έδερνε

με δυο κλωνάρια μόσχο.

Εδώ είν’ ένα σπυρόπουλο

σπυρί μαργαριτάρι

Σαν το κρατεί η μάνα του

έξω στο φεγγαράκι

στο τάχτα τάχτα το κρατεί

στα πινακίδια παίζει.

Γραμματικέ, γραμματικέ,

ψάλτη  και αναγνώστη,

καθόσουνα και έγραφες

έξω στο φεγγαράκι.

……………………….



Εδώ είν’ τα  χίλια πρόβατα,

τα  δυο χιλιάδες γίδια,

σαν κάνουν τον ανήφορο,

γιομίζει ο λόγγος όλος,

σαν κάνουν τον κατήφορο,

γιομίζει ο κάμπος όλος,

σαν το μυρμήγκι περπατούν,

σαν το μελίσσι βάζουν  

εμείς ολίγα τα ’παμε

κι ο Θιός να τ’ αβγαταίνει.



Αφέντη  μου όταν κίνησες

να πας να πρωτοσπύρεις

στη στράτα ρόιδο ρόιδευες

και στο χωράφι σπόρο

τα μαύρα βόδια στο ζυγό

τα τρίγωνα στ’ αλέτρι

κι αυτά τα λαμπροκέρικα

στέκουν στην αναβόλα

το  αλέτρι είν’ από μηλιά

ζυγός είναι από δάφνη

κι αυτή η φκέντρα που κρατάς

τριανταφυλλιάς κλωνάρι.



Ξενιτεμένο μου πουλί
και παραπονεμένο
η ξενιτιά σε χαίρεται

κι μάνα σου σε κλαίει.
Τι να σου στείλω ξένε μου
τι να σου προβοδίσω;
Να στείλω μήλο σέπεται
κυδώνι μαραγκιάζει.
Να στείλω τα δακριάκια  μου
σ’ ένα χρυσό μαντήλι.
Το δάκρια  είναι καυτερά
και καίνε  το μαντήλι.




Δεν έλειπαν όμως και τα περιπαιχτικά άσματα. Προπαντός σ’ εκείνες τις νοικοκυρές που δεν άνοιγαν την πόρτα στους καλανδιστές[2].



Κυρά μ’, τον νταρντανόκολο σ’,

κυρά μου, τον ψωριάρη

με το ’να  χέρι ζύμωνες

με  τ’ άλλο  ξυν’ς  τον κόλο.







-         Πιδιά, φέτους να παμ’ στο ξενοχώρ’ ένα κομπόι. Θυμάστι πέρσ’ τι νίλα πάθαμι…

-         Ιγώ στ’ Αλίφακα δε ξαναπατάω άμα δεν έχουμι τρανή κι γερή παρέα.

-         Πέρσ’ μας ξετουμάριασαν… Δε θα  ξαναντέξω τέτοιο ματσούκ’.

-         Άσι που χάσαμι κι  τον κύπρο[3] τον οκάρκου (της μιας οκάς)[4]

Πάει κοντά ένας χρόνος και δεν ξεχάστηκε, σκέφτηκα,  αυτό που μας συνέβη πέρσι, όταν πήγαμε στα διπλανό χωριό να τραγουδήσουμε τα κάλαντα των Φώτων χωρισμένοι σε δυο παρέες (κομπόια). Δεν είχαμε προλάβει να τα «πούμε» σε όλο ξενοχώρι και ήρθε ο τσακωμός με τους ντόπιους. (Στραβάδια-Αβαρτσιώτες σε  πετροπόλεμο με τα Ντουάτσια -Αλιφακιώτες )

-         Φέτους θα τραγδήσουμ’ ένα κομπόι και άμα θέλ’ ας ζγώσι  κανένας

-         θα τον ταφιάσουμι….θα τον  λιανίσουμι….θα τον πιλικήσουμι….

Παραμονές των Χριστουγέννων και  η απόφαση πάρθηκε να τραγουδήσουμε τα κάλαντα των Φώτων  στο ξενοχώρι μόνο μια παρέα, ένα κομπόι. Δώσαμε  χέρια και  λόγο, η απόφαση   ήταν οριστική και αμετάκλητη.

Οι μέρες των Χριστουγέννων, για μας, τα χνουδιασμένα αγόρια της δεκαετίας  του ’60, ήταν κάτι το ξεχωριστό και περνούσαν με γρήγορους ρυθμούς. Μέρες πλημμυρισμένες από αισθήματα και συναισθήματα. Τα κάλαντα γινόταν αφορμή και αιτία να επισκεφθούμε όλα τα σπίτια του χωριού και να έχουμε άποψη για το χαρακτήρα και τη ιδιοσυγκρασία του κάθε   χωριανού.

-             Ρε συ, ο μπαρμπα-Καλός κάθε χρόνο τα περισσότερα μας δίν’…… είν’ κουβαρντάς…

-             Ωχ, προσέξτε τι θα μας δώσ’ φέτος  ο γερο-Λαδάς, ο δεκαροφονιάς  που τρέμ΄ τα χέρια τ’ σαν τα βάζει στη τσέπη τ’,  το πολύ πολύ να δώσ’ καμιά δεκάρα και αυτή στραβή… που την ξεκάρφωσ’ απ’ τα τσίγκια απ’ τ’ν αχυρώνα τ’ γείτονα, η γερο-Τσιφούτ’ς[5]……..

Μία μέρα μας χώριζε από  τη γιορτή των Φώτων, ο Αλμυριώτης φυσούσε δυνατά , χιόνιζε στο Ξεροβούνι και εμείς συγκεντρωθήκαμε στο λόφο της Αγίας Παρασκευής για κάνουμε  την τελευταία πρόβα.  

Ο παγωμένος αέρας πεισματικά πιρούνιαζε τα κόκκαλά μας. Ανάψαμε φωτιά        και προσπαθούσαμε  να  συντονιστούμε και να συγχρονιστούμε  μεταξύ μας ώστε την αυριανή να ήμαστε έτοιμοι καθ’ όλα.

-         Κάντε πολλές πρόβες γιατί τώρα δεν είστε χαϊβάνια, πρέπει να τα τραγδάτε καλά , βάλτε κι’ άλλα γυρίσματα στη φωνή σας….. να την κάν’τε  κι πιο χοντρή ……. κι ‘κει π’ θα τραγδάτε να είστε σεβαστικοί με τους γερόντους……

          Ήταν ο μπαρμπα-Κώστας, ερχόταν από την Αγκαθίτσα με το κοντοκάπι στο ώμο,  η γνώμη του ήταν σεβαστή, όλοι προσπαθούσαμε να μιμηθούμε τον τρόπο που τραγουδούσε τα κάλαντα των Φώτων. Είχε χαρακτηριστική  φωνή, τόσο  στη μελωδία όσο και στην ένταση. Στις τότε τοπικές κλειστές κοινωνίες του 60, οι σχέσεις των ανθρώπων δημιουργούνταν  και αναπτύσσονταν σε ένα μοντέλο κοινωνικών δομών γύρω από δεσμούς συγγένειας, ενδιαφέροντος,  συμφέροντος   και γειτνίασης. 

Η ώρα περνούσε και έπρεπε να οργανώσουμε το αυριανό μας ταξίδι με κάθε λεπτομέρεια. Έπρεπε φέτος  να φύγουμε αλώβητοι από το ξενοχώρι  και να ήμαστε πριν το σούρουπο στο χωριό μας για να  πούμε τα κάλαντα κι εκεί . Οι συζητήσεις- προτάσεις πολλές και διαφορετικές.

-         Ούλοι να κρατάμι από μια ματσούκα κρανίσια[6]  με κόμπους για καλό και για  κακό…

-         Τις γόπες,  να μη ξεχάσουμε να πάρουμε απ’ την κφάλα απ’ το τρανό το πλατάν’……

-         Υποχρεωτικά ρε σεις, κι από ένα τροβά κρεμασμένο στον ώμο……

-         Τα κυπριά κι τα κουδούνια ….

-         Ρε σεις, πώς θα την κουβαλήσουμε όλη αυτή την πραμάτεια, θα ξεπλατιστούμε…… άσε  που  στη Κυδωνιά η λάσπη θα φτάνει μέχρι τα γόνατα……. θα μας κοπούν τα ποδάρια….

-         Α! για φέτος πιδιά, σας ένα καλό μαντάτο. Θα τρίβετε τα μάτια σας μ’ αυτό που θα δείτι, δε μπορείτε να σκεφτείτε , τι σκέφτ’κα…….

-         Τι ; τι;  πές , πες   ρε, πες ρε  Κλεφτουκουτά ….είπαμε  όλοι με μια φωνή.

-          Φέτος  θα ’χουμε  κι το Γάκη[7] παρέα….

-         Ωρέ !! ωρέ !! σοβαρά; Αϊ ρε !!! Τι λέει τούτος ο φλοέρας…

-         Καλά μας τας λές, Κλεφτοκοτά, αλλά θα αργάσει το τομάρισ’  απ’  του ματσούκ’ που θα σε ρίξ’ η πατέρας, σαν μάθει τα χαμπέρια …. το σκέφ’κες καλά;  Είπε ο σοφός Ασβός…

Τα τελευταία λόγια προσπαθήσαμε να μη τα σχολιάσουμε, γιατί το τίμημα για τέτοιους είδους αποφάσεις ήταν οδυνηρό. Η είδηση όμως ότι  θα έχουμε  και μεταφορικό μέσο ήταν κάτι το σημαντικό ή μάλλον το σημαντικότερο όλων. Στα διπλανά χωριά μας οι νοικοκυραίοι στα κάλαντα  εκτός από χρήματα έδιναν λουκάνικα, αυγά κότας ή πάπιας, λίπος χοιρινό, αλεύρι, κουλούρες από σκληρό σιτάρι. Αρκετές ήταν οι φορές που δεν είχαμε τις δυνάμεις να μεταφέρουμε τα  φιλέματα  και τότε αρχίζαμε τα πιο περιττά να τα  αποχωριζόμαστε, και τον πρώτο λόγο  βέβαια είχαν τα αυγά πάπιας. Μέχρι να φτάσουμε στο χωριό φροντίζαμε να αφήνουμε τα χνάρια μας ποικιλοτρόπως. Τα δένδρα της διαδρομής μας ήταν σχεδόν τυλιγμένα με τσόφλια αυγών και χοιρινό λίπος. Τα λουκάνικα και τις κουλούρες  τα περνούσαμε στις ματσούκες προσπαθώντας να τα μεταφέρουμε, εξάλλου ήταν πιο χρήσιμα….

 Στο  σύθαμπο πήρα το δρόμο της επιστροφής από το λόφο της Αγίας Παρασκευής  για το σπίτι, από το απόγευμα όμως  παρατηρούσα τα πρόβατα κι τους χειμωνοσπίνους (χιονιταραίους)  να αναζητούν  με βουλιμία την τροφή τους (έστρωναν στις κουνούκλες[8]). Κακό σημάδι σκέφτηκα , βραδιά γεμάτη υποψία χιονιού. Αν χιόνιζε  το βράδυ  και το χιόνι περνούσε τις μπότες μας, η πορεία μας θα γινόταν αρκετά δύσκολη. Το μεγαλύτερο βέβαια  εμπόδιο θα ήταν οι γονείς μας, οι οποίοι δυστροπούσαν και με το καλό καιρό….. πόσο μάλλον με το χιόνι…..

-         Ρε σεις, πού θα πάτε στο ξενοχώρι να τραγδήσετε…. Εσείς κι οι Σπαζιάδες μοναχά πηγαίνετ’ σε ξένα χωριά…..  πάει λαλήσατε…. Κόψατ’ καπστράνα κι πηδούκλι μαζί… άιντε ματσούκι που πάει χαμένο….

Με τέτοιες έγνοιες πήγα να κοιμηθώ, αλλά ύπνος δε με έπαιρνε. Το γαύγισμα  των σκύλων αραίωνε, σημάδι πως το κρύο δυνάμωνε και θα λούφαξαν σε κανένα  παλιοαχυρώνα. Με το χάραμα πετάχτηκα από το κρεβάτι  και αμέσως ένιωσα την αντιφεγγιά του χιονιού  στα μάτια μου και στη ψυχή μου. Κολλημένος στο παραθύρι παρατηρούσα ότι τα δένδρα, το χώμα κι οι δρόμοι είχαν γίνει ένα λευκό ανάγλυφο.  Λειτούργησε το ένστικτο  της αυτοσυντήρησης στους χιονιταραίους  και μάντεψαν  την κακοκαιρία,  αναλογίστηκα. Τελικά όσο ένα ζώο-πτηνό είναι λιγότερο ικανό να αντιμετωπίσει με δική του πρωτοβουλία τις ανάγκες της ζωής, τόσο τελειότερα, συγκροτημένα και πιο παγιωμένα παρουσιάζονται τα ένστικτα… Αυτά έρχονται να αντικαταστήσουν τη λογική.

Οι  γονείς από τα χαράματα είχαν φύγει για τα μαντριά, μισή ώρα δρόμος από το σπίτι. Έφαγα το καθιερωμένο χειμωνιάτικο πρωινό, τραχανά με τριμμένο ψωμί, πέρασα τον τρουβά[9] σταυρωτά  και αψηφώντας την παγερή δροσιά του χιονιού  , έτρεξα  στο τόπο συνάντησης στο πλατάνι της ποτίστρας.

-         Αρηηή…..που πάει τούτ’ το μαδημέν’, ξεσάρκουτο[10] τον κατήφορο βάζοντας[11]…… Άι, ξάφτιασμα[12] π’ του χρειάζεται…. Δεν καταλαβαίν’ ότι θα μαργώσ’[13]….. Του κρύο με του σακί μπαίν’ και με του βελόν’ βγαίν’[14]……………..

Τα παραπάνω ήταν τα λόγια της γιαγιάς Ανάστους, βλέποντάς με από την αυλή του σπιτιού της όταν ξεχιόνιζε  το κοτέτσι , αλλά ποιος έδινε σημασία στα λόγια της, τέτοια ώρα τέτοια λόγια….                                                                                                       

Τα κολλημένο χιόνι στα κλαδιά των αιωνόβιων πλατανιών της ποτίστρας, το απάτητο χιόνι, ο αρμονικός χορός των νιφάδων, η γαλήνη του χιονισμένου τοπίου. Το κομπόι μαζεμένο γύρω από το Γάκη  να περιμένει, να έρθει και ο τελευταίος της παρέας για να δοθεί το σύνθημα της αναχώρησης. Εικόνες ενός σκηνικού που δύσκολα περιγράφεται με λέξεις, πρέπει κανείς να το βιώσει για να το αισθανθεί.                                                           

Παιδικές αναμνήσεις που καταγράφονται με ανεπαίσθητο τρόπο στα  μνημονικά  αρχεία της μακρόχρονης μνήμης και κάθε φορά που ο εγκέφαλος δέχεται συναφή ερεθίσματα τις ανακαλεί και η καρδιά τις αναπολεί.

        Σε λίγο  η μικρή πομπή θα άφηνε το χωριό και θα έπαιρνε τη στράτα -την οδό ονείρων- για το ξενοχώρι. Μπροστάρης ο Γάκης, με κρεμασμένους τους τρουβάδες και τα κυπριά στο σαμάρι του, καθοδηγούμενος από τον Κλεφτοκοτά. Πίσω η δεκαμελής ομάδα,  με τις ματσούκες στο χέρι, ακολουθούσε με βήμα αργό και αποφασιστικό  στο λευκό τοπίο, αφήνοντας  πάνω του τα χνάρια της. Νιώθαμε όλοι μας  πιο ασφαλείς και πιο αποφασιστικοί  για να αντιμετωπίσουμε κάθε μικροκαβγά, βλέπεις φέτος γίναμε ένα κομπόι.  

Ήταν τα χρόνια της παιδικής αθωότητας…..                      

Τότε που περίσσευε η εσωτερική ευγένεια.

Τότε που απουσίαζαν οι κοινωνικές διακρίσεις και ο καταναλωτισμός.

Τότε που  είχαμε μια αλλαξιά ρούχα και ένα ζευγάρι γαλότσες για όλο το χειμώνα.

Τότε που κουρεύαμε τα κεφάλια μας και αφήναμε ακούρευτα τα   όνειρά  μας.

Τότε που……..

«τις χειμωνιάτικες νύχτες μας τρέλαινε ο δυνατός αγέρας της ανατολής

τα καλοκαίρια χανόμασταν μέσα στην αγωνία της ημέρας

που δε μπορούσε να  ξεψυχήσει …….»[15]



  Από τη  γενιά του ’60.


Νίκος Τζουβάρας



                                                                                                                                                      





[1]  παρέα
[2] Σ’ αυτούς που έλεγαν τα κάλαντα.
[3]  χάλκινο κουδούνι που κρεμούν στο λαιμό των γιδιών και των τράγων.
[4]  οκά: Οθωμανική μονάδα μέτρησης μάζας που αντιστοιχεί σε 1282 γραμμάρια, η επίσημη κατάργηση όλων των παλαιών μέτρων και σταθμών έγινε την 1η Ιουλίου 1959
[5]   Η καθιέρωση της δραχμής έγινε το 1833 και μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου 2002 αδιάλειπτα ήταν νομισματική μονάδα του σύγχρονου Ελληνικού κράτους. Το μεροκάματο στα μέσα της δεκαετίας του ’60 ήταν για τους άνδρες 40 δρχ. και για τις γυναίκες 20 δρχ. Οι  τιμές των προϊόντων ενδεικτικά  ανά κιλό ήταν: ζάχαρη 12-14 δρχ , λάδι 15-25 δρχ, πετρέλαιο φωτιστικό 2-4 δρχ, κρέας αρνάκι 20-30 δρχ, ραδιόφωνο μπαταρίας 1500δρχ  και  η  ισοτιμία με το δολάριο ($) ήταν 1:30

[6] από ξύλο κρανιάς.  Η Κρανιά ή και κρανειά (επιστημονική ονομασία Cornus) είναι φυλλοβόλο δέντρο (και θάμνος). Η κρανιά αναφέρεται πρώτη φορά από τον Όμηρο στην Οδύσσεια, όπου η Κίρκη τάισε με καρπούς κρανιάς τον Οδυσσέα και το πλήρωμά του, για να τους μετατρέψει σε γουρούνια. Ο Παυσανίας αναφέρει ότι ο Δούρειος Ίππος φτιάχτηκε από ξύλο κρανιάς. Σύμφωνα με τον Θεόφραστο, το ξύλο της κρανιάς ήταν τόσο σκληρό όσο το κόκκαλο και χρησιμοποιήθηκε για να φτιαχτούν ακόντια. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, τα τόξα των Λυκίων ήταν φτιαγμένα από ξύλο κρανιάς.
[7] όνομα γαϊδάρου
[8] Η κουνούκλα – ή λαδανιά – είναι ένας μικρός θάμνος με κολλώδη φύλλα, ιθαγενής στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Το αιθέριο έλαιο αποκτάται με απόσταξη με ατμό της κόλλας που περιέχεται στα φύλλα και τους νεαρούς μίσχους. Χρησιμοποιείται για: πληγές από κατάκλιση, μολυσμένες πληγές, δερματικά έλκη, βρογχίτιδα, βήχα, γρίπη και κρυολόγημα, σαν υποκαπνιστικό κατά λοιμωδών νοσημάτων. Χρήσιμο σε περιόδους ανάρρωσης και νευρικής εξάντλησης. Πηγή: https://togiatrosofi.gr


[9]  σακίδιο από υφαντό μάλλινο ύφασμα, συνήθως πολύχρωμο
[10] γυμνό
[11] τρέχοντας γρήγορα, με βοή
[12] τράβηγμα αυτιού
[13] κρυώσει
[14] παροιμία
[15]  Στίχοι από το Μυθιστόρημα Α΄ του Γ. Σεφέρη.